Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Τα κενά - Erina Espiritu

από καιρό ήθελα να σκοτώσω την καρδιά μου
όλο με έμπλεκε σε καταστάσεις
μέχρι που άρχισε και εκείνη να πονά

στο τέλος κατάλαβα πως την χρειάζομαι
για να λέω πως ζω
μπάλωσα τα κενά της 
διόρθωσα τα στραβά της 
τώρα κάθομαι μαζί της τα βράδια 
και προσπαθώ να την αφουγκραστώ
όλο κάτι μου λέει και όλο κάτι ζητά 


Black, Red and Black

Mark Rothko

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Κ. Π. Καβάφης - Τα παράθυρα



Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.















Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Πρωί - Γιώργος Σεφέρης


Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.





Ασκέλι, 1940. Φωτογραφία Γιώργου Σεφέρη

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Όταν Ήρθες – Κώστας Καρυωτάκης



Ἐσβῆναν τὰ χρυσάνθεμα σὰν πόθοι
στὸν κῆπον ὅταν ἦρθες. Ἐγελοῦσες
γαλήνια, σὰ λευκὸ χαμολουλούδι.


Ἀμίλητος, τὴ μέσα μου μαυρίλα
τὴν ἔκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι ἀπάνω σου τὸ λέγανε τὰ φύλλα.


[Δημοσιεύτηκε στο «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919]







Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Νίκος Καροῦζος - Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μία μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σῴζων ἑαυτὸν σωθήτω.
Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.





Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Κώστας Καρυωτάκης - Χαμόγελο


Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη

Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια. 




 Lillian Gish, Vanity Fair, 1932 (Edward Steichen)

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Γενς Πήτερ Γιάκομπσεν - Νιλς Λυν (απόσπασμα)

Το να μαθαίνει κανείς είναι τόσο όμορφο όσο και το να ζει. 
Μη φοβάστε μήπως η ατομικότητά σας απορροφηθεί από πνεύματα πιο μεγάλα από το δικό σας. Μην στέκεστε ζηλότυπα πάνω από την ιδιομορφία σας, μην μένετε σε απόσταση από όλα αυτά που με την δύναμή τους υπάρχει φόβος να πνίξουν το ταλέντο σας. Τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά που χάνει κανείς στη διαδικασία ανάπτυξης του πνεύματος δε μπορεί να είναι παρά μια ατέλεια, ένα βλαστάρι καταδικασμένο να καταστραφεί, πρωτότυπο μονάχα γιατί είναι αρρωστημένο. Οτιδήποτε είναι υγιές θα επιζήσει και θα μεγαλώσει.
[σελ.129]


 η φωτογραφία μου είναι τραβηγμένη στην είσοδο της
Ιερά Μονής Αγίου Γεωργίου Φενεού



Δημητρης Γ. Παπαστεργίου - Μικρές φλόγες στην ομίχλη

Τέλος οι αναπτήρες.
 Όλα με σπίρτο στο εξής:   
τα καντήλια των νεκρών,  
τα τσιγάρα των περαστικών.

Στο άναμμα, θα έρχονται συχνότερα στη μνήμη
φούρνοι, ευχές,γλέντια παλιά·
έγνοιες της μάνας -
τι θα φάμε, πώς θα ζεσταθούμε.

Κέδρων και πεύκων μυρωδιές
κουβέντα θα μου πιάνουν.
Φωνές αγαπημένες
θα θυμούνται τ' όνομά μου

μες στην αιθάλη του μυαλού
που μπουσουλώντας όλα τα σκεπάζει.



[ από τη συλλογή Έλαβον, 2017]



 Χρήστος Μποκόρος















Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Γ. Σεφέρης, Γράμματα στη Μαρώ - Έρωτας δι' αλληλογραφίας,

«Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς»

«…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..»

«…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»
«δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

Έρωτας δι' αλληλογραφίας, Γ. Σεφέρης, Γράμματα στη Μαρώ




 Η Μαρώ στο Κτήμα Τομπάζη. 1938.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Λευτέρης Πούλιος



ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που 'χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

(Από τη συλλογή Ο γυμνός ομιλητής)









 ΜΠΑΛΩΝΩ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μπαλώνω τα φτερά μου
για μια πτήση στο καθαρό φως.
Σκέψεις σαν ακόρεστος τίγρης.

Η καρδιά μου μες στη μιζέρια,
παλμοί του ουρανού πριν το χάραμα.

Με σκάβει ο πόνος
κι η πίκρα της ζωής με διώχνει. 


[Το διπλανό δωμάτιο (1998) Κέδρος]





Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Amy Lowell - Αδέξιος

Λάμπεις στην καρδιά μου
σαν τις φλόγες αμέτρητων κεριών.
Όταν όμως πάω να ζεστάνω τα χέρια μου,
η αδεξιότητά μου αναποδογυρίζει το φως,
και σκοντάφτω
πάνω στο τραπέζι και τις καρέκλες.



σελ.65
Χάρης Βλαβιανός (εισαγωγή-μετάφραση), «Ανθολογία ερωτικής ποίησης – Κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά μου), εκδ. Πατάκη
 
 
 
 
 
 
 Cy Twombly studio

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ιγνάτης Χουβαρδάς


 


Χλόη
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Τα χαράματα σηκώθηκα
έτρεξα σε κερασιές κι ελαιώνες
σε ύπνους ανθρώπων που ερωτεύονται
σε στίχους του Μπωντλαίρ
έκλεψα καταστήματα ενδυμάτων
χρυσωρυχεία και τράπεζες
γλυκά ζαχαροπλαστείων έφαγα
νοσοκομεία αναστάτωσα
κατάστρεψα παιδικά πάρκα και βιτρίνες
στη δυστυχία γέλασα κι έκλαψα στην ευτυχία
θυροτηλέφωνα φιλήσυχων ανθρώπων πάτησα
μεταξύ δυο βημάτων
μεσολαβεί ένας υάκινθος
ακόμα ήλιος δεν βγήκε κι όλα
φωνάζουν τ' όνομά σου.


 Επιστολή
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Είμαι το ανθισμένο σου πρόσωπο
το βαθύ βλέμμα που έχεις
οι αιθέριες κινήσεις
τα δροσερά ρούχα σου
το μακό φανελλάκι κι η γαλάζια φούστα
οι κόκκινες μπότες
το διαφανέστατο φόρεμα του Ιουνίου
είμαι η κολώνια σου, το κραγιόν
η αόρατη κάμερα της πένας μου
τα τρικυμισμένα σεντόνια
το μικροσκοπικό σλιπ κυρία μου και το
αρωματισμένο σαπούνι
είμαι δούλος σου, θύμα της γοητείας σου
η ελπίδα της μέρας που θα είμαστε μαζί
δεν είμαι εγώ είμαι εσύ
αν μ΄αρνηθείς
τα πέπλα του θανάτου θα μ΄αγγίξουν




Δύο Σπουργίτια
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Δύο σπουργίτια με κοιτάζουν ακίνητα
ατάραχα από το διάβα μου κοντά τους.
Βάλθηκαν να μου εμπιστευτούν ένα μικρό τους μυστικό
κι όσο τα πλησιάζω, νιώθω να μου λένε εκκωφαντικά μέσα
στη σιωπή τους
"πως το σώμα είναι κάτι απλό, οικείο, φυσικό,
μια απλή απόληξη της ζωής μέσα στο σπίτι, τη φωλιά".


Βιογραφικό Σημείωμα
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Πίσω από εκείνη την ξύλινη πόρτα υπήρχε ένας κήπος, τώρα
τον ανακάλυψα
κι η σκιά που έμπαινε κάποια μεσημέρια στο αρχοντικό δεν
ήταν αγόρι
αλλά ένα κορίτσι με κοντό μαλλί.
Εκείνη η σκυφτή γριά που κατοικούσε στο αρχοντικό τώρα
ανακάλυψα ότι είναι η χαριτωμένη θεία του κοριτσιού,
ο μεγαλόσωμος σκύλος που νόμιζα ότι είναι κέρβερος έχει δύο
πελώρια τρυφερά μάτια,
τα δέντρα στον κήπο λένε αλλόκοτα παραμύθια που σε μεθάνε,
στο βάθος μέσα από τα παράθυρα βλέπεις τα μπιμπελό και τα
έπιπλα να χορεύουν αισθησιακά
κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που χαϊδεύει παράλληλα
τα αυτιά και το δέρμα.
Αυτό το σπίτι είναι υγρό σαν παραμύθι
κι η κοπέλα μια πρόκληση.
Η θεία του αγοροκόριτσου μού προσφέρει ένα γλυκό κουταλιού
από βατόμουρα,
σήμερα το έφτιαξα – μου λέει, κάτω από το βλέμμα των
προγόνων στις κορνίζες.
Η πρώτη σκέψη που κάνεις όταν ανακαλύπτεις ένα κορίτσι που
θα μπορούσες να ερωτευτείς
είναι ο χρόνος που χάθηκε
όταν νόμιζες ότι τέτοια αρχοντικά-παραμύθια δεν υπάρχουν.
Στη δεύτερη σκέψη ανησυχείς μήπως η σκιά δεν
ξαναεμφανιστεί στο αρχοντικό,
το κορίτσι – άκουσες – ήρθε μια σύντομη επίσκεψη για το
καλοκαίρι από τη Ρουμανία, ήρθε κι έφυγε οριστικά
μέχρι που με το πέρασμα των άδειων ημερών
σε παρασύρει ένας άγνωστος δρόμος και σου δείχνει πως εκεί
στο βάθος κοιμούνται οι νεκροί,
οι δικοί σου νεκροί και το κορίτσι που δεν ξαναείδες κι είναι οι
τάφοι που δε σε φοβίζουν.



 
Από το απόκρυφο Ημερολόγιο
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Η γλυκιά κοπέλα βούρκωνε γιατί η μεγαλύτερη αδελφή της
ήταν μόνη,
σε κάθε βόλτα σε κάθε εκδρομή
ήμασταν κι οι τρεις μαζί,
χωρίζαμε μόνο μέσα στη νύχτα
που η πιο μικρή τρύπωνε στην αγκαλιά μου
κι η άλλη μελαγχολική αποσυρόταν στο δεύτερο δωμάτιο.
Όλες οι φωτογραφίες στα άλμπουμ έχουν τρία βλέμματα,
τρία χαμόγελα,
νησιά-θάλασσες-βουνά που κοιτάζουν τρία πρόσωπα.
Πέρασαν χρόνια κι η μεγαλύτερη αδελφή
βρήκε επιτέλους κι αυτή φίλο,
τα πράγματα ήρθαν σε μια τάξη πέρασαν μέρες, εποχές,
η όμορφη κοπέλα έμεινε πάλι μόνη
(οι φήμες λένε ότι κάποιος δηλητηρίασε τον άντρα της)
και μείναμε πάλι τρεις.
Τώρα τις νύχτες είναι φορές που μπαίνει η μεγάλη αδελφή
στο δωμάτιό μας,
ψηλαφεί το κρεβάτι μας,
σιγά σιγά, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο κοντά,
έρχεται, πλησιάζει, να συγυρίσει, να μοιραστούμε τα χάδια μας.




 

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Joyce Mansour


Αφότου σε γνώρισα
ψυχή της ψυχής μου
η κάθε νεροφίδα που ρουφώ αλλάζει σε φαντάσματα
Οι θλιβερές φαγούρες
των γυναικών που’ ναι κλειστές στον έρωτα
βαραίνουν πάνω στις γάμπες μου σαν φωλιές βατράχων
κ’ η νεραγκούλα των νερόλακκων ανοίγει μπροστά σου
σαν στόμα βρώμικο καταυγασμένο από κοροϊδία
Ομορφαίνεις το δρόμο μου
ψυχή του απέραντου έρωτά μου
όπως ένα φύλλο πάνω σε τάφο
όπως ένα δάκρυ μέσα στη σούπα
Σε κοχεύω τη νύχτα τεντωμένη στο έσχατο,
ρισκάροντας να τσακιστώ
τον ερχομό σου ευχόμενη που ακόμα δεν με ξέρεις
Κοίτα που μια μπίλια ολολυγμών πάει να σπάσει,
στα ξεχαρβαλωμένα μου σαγόνια ανάμεσα τσιρίζει

Ποίηση: Joyce Mansour
Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος
από το βιβλίο: Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια (Εκδόσεις Άγρα)



Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

κάθε βράδυ
έξι μήνες
ακροβατώ στο ίδιο όνειρο
το πρωί
ξυπνώ μούσκεμα από τους εφιάλτες
κόμπος τα σεντόνια
κόμπος και η καρδιά μου 
[Πλάνη - Erina Espiritu]

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Όνειρο - Μαρία Πολυδούρη

Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.
Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο
στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.
Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Βαναργιώτης - Ωριμότητα;



Να έχεις ένα σωρό
άτακτα παιδιά
μέσα σου
που θέλουν
να εκφραστούν
να φωνάξουν
ν’ αγγίξουν
και να τους λες
"είναι ώρα κοινής
ησυχίας"
Και μετά
να υπομένεις
εκείνο
το παράπονό τους
που σε διαλύει








 Cassandra Barney | Self Portrait



Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Πικραμένος ἀναχωρητής - Νικηφόρος Βρεττάκος

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!





Road, East of England, 1997 by Edward


Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ὀρυχεῖο - Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι


  

   JOSEF SUDEK (1896-1976) A Walk in the Garden of the Lady Sculptor 1957

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Το Νησί [1] - Erina Espiritu

 [1] 
Στέκομαι πάνω από τα χαρτιά μου, διαβάζω διευκρινιστικές του Ν. 4412/2016 και ταυτόχρονα κοιτώ τους "τοίχους" φίλων. 
Ποιήματα, λέξεις, εικόνες, μουσική, έρωτες, μίση, προστριβές, ειρωνείες, γενέθλια, στιγμές ιερές του καθενός...
Νιώθω παιδούλα, Κυριακή πρωί μετά την εκκλησία, στο σαλόνι κάποιας μακρινής θείας που έχω χρόνια να τη δω. Δεν ξέρω τι χρώμα έχουν τα μάτια της, γιατί ποτέ δε τόλμησα να την κοιτάξω στο πρόσωπο. Πάντα τα χέρια της χάζευα,  πήγαιναν και έρχονταν σαν βάρκες που τις φύσηξε βοριάς, μαΐστρος, τραμουντάνα.
Χτυπάει το τηλέφωνο και εγώ ακούω το φουγάρο του πλοίου, σουστάρει η καδένα και σκέφτομαι την άσπρη αμμουδιά.
Μες την τσέπη έχω μια ρίζα βουκαμβίλιας και στην καρδιά μου το όνομά σου.

 
 
 
 Greenwich pier, c. 1920

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά, Σμύρνη, 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971)





 «Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου». 
Από την ομιλία του κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας (11 Δεκεμβρίου 1963)




                                      Φωτογραφία Γ. Σεφέρη: Μοναστήρι 1940




«Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχθείτε. Yποταχθήκαμε και βρήκαμε την στάχτη. Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε. Αγαπήσαμε και βρήκαμε την στάχτη. Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας. Εγκαταλείψαμε και βρήκαμε την στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας. Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα».

* Γεώργιος Σεφέρης (Σμύρνη 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1971)







Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.
Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.
Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.