Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ιγνάτης Χουβαρδάς


 


Χλόη
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Τα χαράματα σηκώθηκα
έτρεξα σε κερασιές κι ελαιώνες
σε ύπνους ανθρώπων που ερωτεύονται
σε στίχους του Μπωντλαίρ
έκλεψα καταστήματα ενδυμάτων
χρυσωρυχεία και τράπεζες
γλυκά ζαχαροπλαστείων έφαγα
νοσοκομεία αναστάτωσα
κατάστρεψα παιδικά πάρκα και βιτρίνες
στη δυστυχία γέλασα κι έκλαψα στην ευτυχία
θυροτηλέφωνα φιλήσυχων ανθρώπων πάτησα
μεταξύ δυο βημάτων
μεσολαβεί ένας υάκινθος
ακόμα ήλιος δεν βγήκε κι όλα
φωνάζουν τ' όνομά σου.


 Επιστολή
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Είμαι το ανθισμένο σου πρόσωπο
το βαθύ βλέμμα που έχεις
οι αιθέριες κινήσεις
τα δροσερά ρούχα σου
το μακό φανελλάκι κι η γαλάζια φούστα
οι κόκκινες μπότες
το διαφανέστατο φόρεμα του Ιουνίου
είμαι η κολώνια σου, το κραγιόν
η αόρατη κάμερα της πένας μου
τα τρικυμισμένα σεντόνια
το μικροσκοπικό σλιπ κυρία μου και το
αρωματισμένο σαπούνι
είμαι δούλος σου, θύμα της γοητείας σου
η ελπίδα της μέρας που θα είμαστε μαζί
δεν είμαι εγώ είμαι εσύ
αν μ΄αρνηθείς
τα πέπλα του θανάτου θα μ΄αγγίξουν




Δύο Σπουργίτια
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Δύο σπουργίτια με κοιτάζουν ακίνητα
ατάραχα από το διάβα μου κοντά τους.
Βάλθηκαν να μου εμπιστευτούν ένα μικρό τους μυστικό
κι όσο τα πλησιάζω, νιώθω να μου λένε εκκωφαντικά μέσα
στη σιωπή τους
"πως το σώμα είναι κάτι απλό, οικείο, φυσικό,
μια απλή απόληξη της ζωής μέσα στο σπίτι, τη φωλιά".


Βιογραφικό Σημείωμα
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Πίσω από εκείνη την ξύλινη πόρτα υπήρχε ένας κήπος, τώρα
τον ανακάλυψα
κι η σκιά που έμπαινε κάποια μεσημέρια στο αρχοντικό δεν
ήταν αγόρι
αλλά ένα κορίτσι με κοντό μαλλί.
Εκείνη η σκυφτή γριά που κατοικούσε στο αρχοντικό τώρα
ανακάλυψα ότι είναι η χαριτωμένη θεία του κοριτσιού,
ο μεγαλόσωμος σκύλος που νόμιζα ότι είναι κέρβερος έχει δύο
πελώρια τρυφερά μάτια,
τα δέντρα στον κήπο λένε αλλόκοτα παραμύθια που σε μεθάνε,
στο βάθος μέσα από τα παράθυρα βλέπεις τα μπιμπελό και τα
έπιπλα να χορεύουν αισθησιακά
κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που χαϊδεύει παράλληλα
τα αυτιά και το δέρμα.
Αυτό το σπίτι είναι υγρό σαν παραμύθι
κι η κοπέλα μια πρόκληση.
Η θεία του αγοροκόριτσου μού προσφέρει ένα γλυκό κουταλιού
από βατόμουρα,
σήμερα το έφτιαξα – μου λέει, κάτω από το βλέμμα των
προγόνων στις κορνίζες.
Η πρώτη σκέψη που κάνεις όταν ανακαλύπτεις ένα κορίτσι που
θα μπορούσες να ερωτευτείς
είναι ο χρόνος που χάθηκε
όταν νόμιζες ότι τέτοια αρχοντικά-παραμύθια δεν υπάρχουν.
Στη δεύτερη σκέψη ανησυχείς μήπως η σκιά δεν
ξαναεμφανιστεί στο αρχοντικό,
το κορίτσι – άκουσες – ήρθε μια σύντομη επίσκεψη για το
καλοκαίρι από τη Ρουμανία, ήρθε κι έφυγε οριστικά
μέχρι που με το πέρασμα των άδειων ημερών
σε παρασύρει ένας άγνωστος δρόμος και σου δείχνει πως εκεί
στο βάθος κοιμούνται οι νεκροί,
οι δικοί σου νεκροί και το κορίτσι που δεν ξαναείδες κι είναι οι
τάφοι που δε σε φοβίζουν.



 
Από το απόκρυφο Ημερολόγιο
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Η γλυκιά κοπέλα βούρκωνε γιατί η μεγαλύτερη αδελφή της
ήταν μόνη,
σε κάθε βόλτα σε κάθε εκδρομή
ήμασταν κι οι τρεις μαζί,
χωρίζαμε μόνο μέσα στη νύχτα
που η πιο μικρή τρύπωνε στην αγκαλιά μου
κι η άλλη μελαγχολική αποσυρόταν στο δεύτερο δωμάτιο.
Όλες οι φωτογραφίες στα άλμπουμ έχουν τρία βλέμματα,
τρία χαμόγελα,
νησιά-θάλασσες-βουνά που κοιτάζουν τρία πρόσωπα.
Πέρασαν χρόνια κι η μεγαλύτερη αδελφή
βρήκε επιτέλους κι αυτή φίλο,
τα πράγματα ήρθαν σε μια τάξη πέρασαν μέρες, εποχές,
η όμορφη κοπέλα έμεινε πάλι μόνη
(οι φήμες λένε ότι κάποιος δηλητηρίασε τον άντρα της)
και μείναμε πάλι τρεις.
Τώρα τις νύχτες είναι φορές που μπαίνει η μεγάλη αδελφή
στο δωμάτιό μας,
ψηλαφεί το κρεβάτι μας,
σιγά σιγά, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο κοντά,
έρχεται, πλησιάζει, να συγυρίσει, να μοιραστούμε τα χάδια μας.




 

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Joyce Mansour


Αφότου σε γνώρισα
ψυχή της ψυχής μου
η κάθε νεροφίδα που ρουφώ αλλάζει σε φαντάσματα
Οι θλιβερές φαγούρες
των γυναικών που’ ναι κλειστές στον έρωτα
βαραίνουν πάνω στις γάμπες μου σαν φωλιές βατράχων
κ’ η νεραγκούλα των νερόλακκων ανοίγει μπροστά σου
σαν στόμα βρώμικο καταυγασμένο από κοροϊδία
Ομορφαίνεις το δρόμο μου
ψυχή του απέραντου έρωτά μου
όπως ένα φύλλο πάνω σε τάφο
όπως ένα δάκρυ μέσα στη σούπα
Σε κοχεύω τη νύχτα τεντωμένη στο έσχατο,
ρισκάροντας να τσακιστώ
τον ερχομό σου ευχόμενη που ακόμα δεν με ξέρεις
Κοίτα που μια μπίλια ολολυγμών πάει να σπάσει,
στα ξεχαρβαλωμένα μου σαγόνια ανάμεσα τσιρίζει

Ποίηση: Joyce Mansour
Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος
από το βιβλίο: Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια (Εκδόσεις Άγρα)



Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

κάθε βράδυ
έξι μήνες
ακροβατώ στο ίδιο όνειρο
το πρωί
ξυπνώ μούσκεμα από τους εφιάλτες
κόμπος τα σεντόνια
κόμπος και η καρδιά μου 
[Πλάνη - Erina Espiritu]

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Όνειρο - Μαρία Πολυδούρη

Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.
Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο
στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.
Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.