Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις - Erina Espiritu


 η γλύκα της τρυφερότητας
πάντα χρειάζεται λίγη χρυσόσκονη ή λίγη φαντασία



θα φυσήξω μπροστά από ένα ρόδο
να φτάσει η ανάσα μου κοντά σου
να σου θυμίσει πως αν θέλει ο άνθρωπος
έχει πάντα μια άνοιξη να κουβαλά στη ψυχή του  







ό,τι αγγίζει την ψυχή
εκείνη που στέκει αθέατη
κρυφά μέσα σε σώματα που υποφέρουν
σε σώματα που ζουν το πάθος
ή που ήρεμα νικούν το χρόνο

ό,τι αγγίζει την ψυχή
είναι ιερό
είναι αγίασμα
είναι ο λόγος να υπάρχουμε


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις - Erina Espiritu

και σε ρωτώ 
χωρίς τόλμη 
πώς θες να δεις
του ήλιου τη λάμψη
πώς θες να αγγίξεις την καρδιά 


 

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Ξόβεργες - Erina Espiritu



Φοβάται τη μοναξιά

Γι’ αυτό κλέβει γλάστρες

Από τα διπλανά μπαλκόνια

Στήνει παγίδες με ξόβεργες

Στα κοτσύφια

Και μαζεύει τα γράμματα

Από την απέναντι πολυκατοικία

Από τα παρμπρίζ

Και από τις πόρτες των καταστημάτων

Έχει  ένα μεγάλο τραπέζι 

Εκεί ανοίγει τους φακέλους και τα απλώνει

Λέξεις, λογαριασμούς, προσκλήσεις, διαφημιστικά

Έχει κάποιον να τη θυμάται 
Στο τέλος κάθε μήνα

Στις γιορτές και στην αρχή των εκπτώσεων
Έχει κάποιον να την αναζητά 
Να τη χρειάζεται 
Να την προκαλεί
Να την υπολογίζει αθροιστικά 
Να την περιμένει...
  

Τόσα φυλλάδια και λογαριασμοί γράφουν με μεγάλα γράμματα

"Σας περιμένουμε"
"Είμαστε εδώ κάθε φορά που μας χρειάζεσαι"




Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ένα ματσάκι άρωμα - Erina Espiritu

αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο 
θα το έκανα σήμερα για να σου φέρω ζεστό καφέ 
και να σου πω από κοντά μια καλημέρα, 
ύστερα θα περπατούσα στην πόλη σου
στους δρόμους σου
θα άγγιζα τις εικόνες των ματιών σου
και θα ΄κλεβα από μια γλάστρα 
ένα ματσάκι άρωμα 
για να θυμάμαι στην επιστροφή
αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα ΄μουν τώρα μια ανάσα από τα χείλη σου  




 

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Α Θ Α Ν Α Σ Ι Α - Νίκος Γκάτσος







Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε  κ α ν ε ί ς

Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς

Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε  κ α ν ε ί ς 







Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ - Louis Aragon


Τόσο βαθιά τα μάτια σου πόσκυψα να πιω πάνω
Κι είδα τους όλους ήλιους σ’ αυτά ν’ αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω

Κάτω από σύννεφο πουλιών μουντός ωκεανός
Και φέξιμο ύστερα ουρανών στα μάτια σου ανεφέλων
Το θέρος κόβει σύννεφα στις ρόμπες των αγγέλων
Πάνω απ’ τα στάχυα ο ουρανός τόσο είναι γαλανός

Πασχίζει η αύρα του γλαυκού τα νέφη ν’ αλαφιάσει
Τα μάτια σου πιο διάφανα στο δάκρυ τους υγρά
Που κι ο ουρανός ο απόβροχος ζηλιάρης τα τηρά
Γαλάζιο τόσο το γυαλί στο μέρος πόχει σπάσει

Μάνα των εφτά βάσανων σελαγισμέ μου υγρέ
Εφτά ρομφαίες πέρασαν το πρίσμα των χρωμάτων
Οι ωραίες μέρες έχουνε πικρό το χάραμά των
Η μελανόστικτη ίριδα στα μαύρα είναι πιο μπλε

Τα πονεμένα μάτια σου ρήγμα διπλό ανοιγμένο
Απ’ όπου μεταγίνεται το θαύμα σαν μεμιάς
Οι Μάγοι οι τρεις αντίκρισαν με χτύπο της καρδιάς
Το φόρεμα της Παναγιάς στη φάτνη κρεμασμένο

Λόγια στου Μάη τη μουσική και στον πολύ καημό
Θα ’φτανε κι ένα μοναχό στόμα να δώσει πλέρια
Μονάχα ένα άπειρο στενό και θα ’πρεπαν στ’ αστέρια
Τα μάτια σου με των Διδύμων τον αστερισμό

Ούτε παιδί που εκστατικό θαυμάζει ωραίες εικόνες
Δε στήνει μάτια σαν κι εσέ μεγάλα φωτερά
Δεν ξέρω αν λες και ψέματα σα γίνονται γλαρά
Άγριες θαρρείς απ’ τη βροχή κι ανοίγονται ανεμώνες

Να κρύβονται άραγε αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Που εντόμων μέσα της σφοδρός ερωτισμός ανάφτει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ σαν το ναύτη
Μεσαύγουστο από κύματα πόχει άξαφνα αρπαχτεί

Τράβηξα αυτό το ράδιο από ουρανίτη ουσία
Τα δάχτυλά μου καίγοντας σ’ απρόσιτη φωτιά
Κοντά μου είσαι παράδεισε κι ωστόσο είσαι μακριά
Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου κι Ινδία

Κι ήρθε ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια
Σε βράχους που τους κόρωσαν οι ναυαγοί μα εγώ
Πάνω απ’ τη θάλασσα έβλεπα ζευγάρι λαμπερό
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια


Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας




Τα Καλοκαίρια κοιτά τη σκιά του
το Χειμώνα την αφήνει στα χέρια της.
Αυτά τα χέρια που όταν τον αγγίζουν
λάμπει σαν τον Αυγερινό
και τόλμα να στέκεται
μπροστά στον Ήλιο
την Αυγή.