Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Γ. Σεφέρης, Γράμματα στη Μαρώ - Έρωτας δι' αλληλογραφίας,

«Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς»

«…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..»

«…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»
«δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

Έρωτας δι' αλληλογραφίας, Γ. Σεφέρης, Γράμματα στη Μαρώ




 Η Μαρώ στο Κτήμα Τομπάζη. 1938.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Λευτέρης Πούλιος



ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που 'χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

(Από τη συλλογή Ο γυμνός ομιλητής)









 ΜΠΑΛΩΝΩ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μπαλώνω τα φτερά μου
για μια πτήση στο καθαρό φως.
Σκέψεις σαν ακόρεστος τίγρης.

Η καρδιά μου μες στη μιζέρια,
παλμοί του ουρανού πριν το χάραμα.

Με σκάβει ο πόνος
κι η πίκρα της ζωής με διώχνει. 


[Το διπλανό δωμάτιο (1998) Κέδρος]





Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Amy Lowell - Αδέξιος

Λάμπεις στην καρδιά μου
σαν τις φλόγες αμέτρητων κεριών.
Όταν όμως πάω να ζεστάνω τα χέρια μου,
η αδεξιότητά μου αναποδογυρίζει το φως,
και σκοντάφτω
πάνω στο τραπέζι και τις καρέκλες.



σελ.65
Χάρης Βλαβιανός (εισαγωγή-μετάφραση), «Ανθολογία ερωτικής ποίησης – Κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά μου), εκδ. Πατάκη
 
 
 
 
 
 
 Cy Twombly studio

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ιγνάτης Χουβαρδάς


 


Χλόη
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Τα χαράματα σηκώθηκα
έτρεξα σε κερασιές κι ελαιώνες
σε ύπνους ανθρώπων που ερωτεύονται
σε στίχους του Μπωντλαίρ
έκλεψα καταστήματα ενδυμάτων
χρυσωρυχεία και τράπεζες
γλυκά ζαχαροπλαστείων έφαγα
νοσοκομεία αναστάτωσα
κατάστρεψα παιδικά πάρκα και βιτρίνες
στη δυστυχία γέλασα κι έκλαψα στην ευτυχία
θυροτηλέφωνα φιλήσυχων ανθρώπων πάτησα
μεταξύ δυο βημάτων
μεσολαβεί ένας υάκινθος
ακόμα ήλιος δεν βγήκε κι όλα
φωνάζουν τ' όνομά σου.


 Επιστολή
[Ροζ Σκηνικά, εκδ.Βαλεντίνη]

Είμαι το ανθισμένο σου πρόσωπο
το βαθύ βλέμμα που έχεις
οι αιθέριες κινήσεις
τα δροσερά ρούχα σου
το μακό φανελλάκι κι η γαλάζια φούστα
οι κόκκινες μπότες
το διαφανέστατο φόρεμα του Ιουνίου
είμαι η κολώνια σου, το κραγιόν
η αόρατη κάμερα της πένας μου
τα τρικυμισμένα σεντόνια
το μικροσκοπικό σλιπ κυρία μου και το
αρωματισμένο σαπούνι
είμαι δούλος σου, θύμα της γοητείας σου
η ελπίδα της μέρας που θα είμαστε μαζί
δεν είμαι εγώ είμαι εσύ
αν μ΄αρνηθείς
τα πέπλα του θανάτου θα μ΄αγγίξουν




Δύο Σπουργίτια
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Δύο σπουργίτια με κοιτάζουν ακίνητα
ατάραχα από το διάβα μου κοντά τους.
Βάλθηκαν να μου εμπιστευτούν ένα μικρό τους μυστικό
κι όσο τα πλησιάζω, νιώθω να μου λένε εκκωφαντικά μέσα
στη σιωπή τους
"πως το σώμα είναι κάτι απλό, οικείο, φυσικό,
μια απλή απόληξη της ζωής μέσα στο σπίτι, τη φωλιά".


Βιογραφικό Σημείωμα
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Πίσω από εκείνη την ξύλινη πόρτα υπήρχε ένας κήπος, τώρα
τον ανακάλυψα
κι η σκιά που έμπαινε κάποια μεσημέρια στο αρχοντικό δεν
ήταν αγόρι
αλλά ένα κορίτσι με κοντό μαλλί.
Εκείνη η σκυφτή γριά που κατοικούσε στο αρχοντικό τώρα
ανακάλυψα ότι είναι η χαριτωμένη θεία του κοριτσιού,
ο μεγαλόσωμος σκύλος που νόμιζα ότι είναι κέρβερος έχει δύο
πελώρια τρυφερά μάτια,
τα δέντρα στον κήπο λένε αλλόκοτα παραμύθια που σε μεθάνε,
στο βάθος μέσα από τα παράθυρα βλέπεις τα μπιμπελό και τα
έπιπλα να χορεύουν αισθησιακά
κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που χαϊδεύει παράλληλα
τα αυτιά και το δέρμα.
Αυτό το σπίτι είναι υγρό σαν παραμύθι
κι η κοπέλα μια πρόκληση.
Η θεία του αγοροκόριτσου μού προσφέρει ένα γλυκό κουταλιού
από βατόμουρα,
σήμερα το έφτιαξα – μου λέει, κάτω από το βλέμμα των
προγόνων στις κορνίζες.
Η πρώτη σκέψη που κάνεις όταν ανακαλύπτεις ένα κορίτσι που
θα μπορούσες να ερωτευτείς
είναι ο χρόνος που χάθηκε
όταν νόμιζες ότι τέτοια αρχοντικά-παραμύθια δεν υπάρχουν.
Στη δεύτερη σκέψη ανησυχείς μήπως η σκιά δεν
ξαναεμφανιστεί στο αρχοντικό,
το κορίτσι – άκουσες – ήρθε μια σύντομη επίσκεψη για το
καλοκαίρι από τη Ρουμανία, ήρθε κι έφυγε οριστικά
μέχρι που με το πέρασμα των άδειων ημερών
σε παρασύρει ένας άγνωστος δρόμος και σου δείχνει πως εκεί
στο βάθος κοιμούνται οι νεκροί,
οι δικοί σου νεκροί και το κορίτσι που δεν ξαναείδες κι είναι οι
τάφοι που δε σε φοβίζουν.



 
Από το απόκρυφο Ημερολόγιο
[Το Φόρεμα Που Αλλάζει, εκδόσεις Οδός Πανός]

Η γλυκιά κοπέλα βούρκωνε γιατί η μεγαλύτερη αδελφή της
ήταν μόνη,
σε κάθε βόλτα σε κάθε εκδρομή
ήμασταν κι οι τρεις μαζί,
χωρίζαμε μόνο μέσα στη νύχτα
που η πιο μικρή τρύπωνε στην αγκαλιά μου
κι η άλλη μελαγχολική αποσυρόταν στο δεύτερο δωμάτιο.
Όλες οι φωτογραφίες στα άλμπουμ έχουν τρία βλέμματα,
τρία χαμόγελα,
νησιά-θάλασσες-βουνά που κοιτάζουν τρία πρόσωπα.
Πέρασαν χρόνια κι η μεγαλύτερη αδελφή
βρήκε επιτέλους κι αυτή φίλο,
τα πράγματα ήρθαν σε μια τάξη πέρασαν μέρες, εποχές,
η όμορφη κοπέλα έμεινε πάλι μόνη
(οι φήμες λένε ότι κάποιος δηλητηρίασε τον άντρα της)
και μείναμε πάλι τρεις.
Τώρα τις νύχτες είναι φορές που μπαίνει η μεγάλη αδελφή
στο δωμάτιό μας,
ψηλαφεί το κρεβάτι μας,
σιγά σιγά, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο κοντά,
έρχεται, πλησιάζει, να συγυρίσει, να μοιραστούμε τα χάδια μας.




 

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Joyce Mansour


Αφότου σε γνώρισα
ψυχή της ψυχής μου
η κάθε νεροφίδα που ρουφώ αλλάζει σε φαντάσματα
Οι θλιβερές φαγούρες
των γυναικών που’ ναι κλειστές στον έρωτα
βαραίνουν πάνω στις γάμπες μου σαν φωλιές βατράχων
κ’ η νεραγκούλα των νερόλακκων ανοίγει μπροστά σου
σαν στόμα βρώμικο καταυγασμένο από κοροϊδία
Ομορφαίνεις το δρόμο μου
ψυχή του απέραντου έρωτά μου
όπως ένα φύλλο πάνω σε τάφο
όπως ένα δάκρυ μέσα στη σούπα
Σε κοχεύω τη νύχτα τεντωμένη στο έσχατο,
ρισκάροντας να τσακιστώ
τον ερχομό σου ευχόμενη που ακόμα δεν με ξέρεις
Κοίτα που μια μπίλια ολολυγμών πάει να σπάσει,
στα ξεχαρβαλωμένα μου σαγόνια ανάμεσα τσιρίζει

Ποίηση: Joyce Mansour
Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος
από το βιβλίο: Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια (Εκδόσεις Άγρα)